Ερμηνεία

2.-(1) Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια -

«απόδοση» σημαίνει την απόδοση που υπολογίζεται βάσει των καθαρών θερμιδικών αξιών των καυσίμων, οι οποίες αναφέρονται και ως κατώτερες θερμιδικές αξίες·

«αποδοτική θέρμανση και ψύξη» σημαίνει την επιλογή θέρμανσης και ψύξης η οποία, συγκρινόμενη με ένα βασικό σενάριο συνήθους δραστηριότητας, μειώνει κατά τρόπο μετρήσιμο τη χρήση πρωτογενούς ενέργειας που απαιτείται για την παραγωγή μίας μονάδας παρεχόμενης ενέργειας εντός των ορίων συστήματος κατά τρόπο οικονομικώς αποδοτικό, σύμφωνα με την αξιολόγηση της ανάλυσης κόστους-οφέλους που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο, λαμβάνοντας υπόψη την ενέργεια που χρειάζεται για την εξόρυξη, τη μετατροπή, τη μεταφορά και τη διανομή·

«αποδοτική ατομική θέρμανση και ψύξη» σημαίνει την επιλογή ατομικής θέρμανσης και ψύξης η οποία, συγκρινόμενη με την αποδοτική τηλεθέρμανση και τηλεψύξη, μειώνει κατά τρόπο μετρήσιμο τη χρήση πρωτογενούς μη ανανεώσιμης ενέργειας που απαιτείται για την παραγωγή μίας μονάδας παρεχόμενης ενέργειας εντός των ορίων συστήματος ή απαιτεί τη χρήση ίδιας πρωτογενούς μη ανανεώσιμης ενέργειας αλλά με μικρότερο κόστος, λαμβάνοντας υπόψη την ενέργεια που χρειάζεται για την εξόρυξη, τη μετατροπή, τη μεταφορά και τη διανομή·

«αποδοτική τηλεθέρμανση και τηλεψύξη» σημαίνει το σύστημα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης που χρησιμοποιεί τουλάχιστον 50% ανανεώσιμη ενέργεια, 50% απορριπτόμενη θερμότητα, 75% συμπαραγώμενη θερμότητα ή 50% συνδυασμού αυτής της ενέργειας και της θερμότητας·

«αρμόδια αρχή» σημαίνει τον Υπουργό ή/και κάθε άλλο πρόσωπο που εξουσιοδοτείται από τον Υπουργό δυνάμει του άρθρου 5Α·

«αυτοπαραγωγός μέσω συμπαραγωγής» σημαίνει τον παραγωγό που παράγει ηλεκτρική ενέργεια μέσω συμπαραγωγής, κυρίως για δική του χρήση και διοχετεύει τυχόν πλεόνασμα της ενέργειας αυτής στο σύστημα μεταφοράς ή στο σύστημα διανομής·

«διάταγμα» σημαίνει διάταγμα που εκδίδει ο Υπουργός δυνάμει του άρθρου 5·

«ΔΣΜΚ» σημαίνει το Διαχειριστή Συστήματος Μεταφοράς Κύπρου και έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στον περί Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙

«ΔΣΔ» σημαίνει το Διαχειριστή Συστήματος Διανομής και έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στον περί Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙

«εγγύηση προέλευσης» σημαίνει ηλεκτρονικό έγγραφο το οποίο χρησιμεύει μόνον ως απόδειξη προς τον τελικό καταναλωτή ότι δεδομένο μερίδιο ή ποσότητα ενέργειας έχει παραχθεί από συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης∙

«εκδίδουσα αρχή» [Διαγράφηκε]·

«εξουσιοδοτημένος εκδότης» σημαίνει την αρχή έκδοσης εγγυήσεων προέλευσης η οποία εξουσιοδοτείται από τη ΡΑΕΚ, με απόφαση της που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας·

«Επιτροπή» σημαίνει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·

«εφεδρική ηλεκτρική ενέργεια» [Διαγράφηκε]·

«ηλεκτρική ενέργεια από συμπαραγωγή» σημαίνει την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται στο πλαίσιο μιας διεργασίας συνδεόμενης με την παραγωγή χρήσιμης θερμότητας, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με τη μεθοδολογία που καθορίζεται στο Παράρτημα ΙΙ·

«ηλεκτρονικό μητρώο» σημαίνει το ηλεκτρονικό σύστημα, διαθέσιμο στο διαδίκτυο, που χρησιμοποιείται για την έκδοση και διαχείριση των εγγυήσεων προέλευσης, καθώς και την παροχή πληροφοριών που αφορούν στις εγγυήσεις προέλευσης·

«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης·

«λόγος ηλεκτρικής ενέργειας/θερμότητας» σημαίνει το λόγο της ηλεκτρικής ενέργειας από συμπαραγωγή προς τη χρήσιμη θερμότητα, υπό καθεστώς πλήρους λειτουργίας συμπαραγωγής, με χρήση των λειτουργικών δεδομένων της συγκεκριμένης μονάδας·

«μονάδα συμπαραγωγής» σημαίνει τη μονάδα που έχει τη δυνατότητα να λειτουργεί κατά τον τρόπο της συμπαραγωγής·

«μονάδα συμπαραγωγής μικρής κλίμακας» σημαίνει μονάδα συμπαραγωγής με εγκατεστημένη ισχύ κάτω του 1 MWe·

«μονάδα συμπαραγωγής πολύ μικρής κλίμακας» σημαίνει μονάδα συμπαραγωγής με μέγιστη ισχύ μικρότερη από 50 kWe·

«Οδηγία 2004/8/ΕΚ» σημαίνει την Οδηγία 2004/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Φεβρουαρίου 2004 για την προώθηση της συμπαραγωγής ενέργειας βάσει της ζήτησης για χρήσιμη θερμότητα στην εσωτερική αγορά ενέργειας και για την τροποποίηση της Οδηγίας 92/42/ΕΟΚ, όπως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«Οδηγία 2009/31/ΕΚ» σημαίνει την Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2009 σχετικά με την αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα σε γεωλογικούς σχηματισμούς και για την τροποποίηση  της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2000/60/ΕΚ, 2001/80/ΕΚ, 2004/35/ΕΚ, 2006/12/ΕΚ και  2008/1/ΕΚ, και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ.  1013/2006·

«Οδηγία 2010/75/ΕΚ» σημαίνει την Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 περί βιομηχανικών εκπομπών (ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης) ∙

«Οδηγία 2012/27/ΕΕ» σημαίνει την Οδηγία 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2012 για την ενεργειακή απόδοση, την τροποποίηση των οδηγιών 2009/125/ΕΚ και 2010/30/ΕΕ και την κατάργηση των οδηγιών 2004/8//ΕΚ και 2006/32/ΕΚ·

«Οδηγία 2004/8/ΕΚ» σημαίνει την Οδηγία 2004/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Φεβρουαρίου 2004 για την προώθηση της συμπαραγωγής ενέργειας βάσει της ζήτησης για χρήσιμη θερμότητα στην εσωτερική αγορά ενέργειας και για την τροποποίηση της οδηγίας 92/42/ΕΟΚ·

«Οδηγία 2001/42/ΕΚ» σημαίνει την Οδηγία 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2001, σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων·

«οικονομικά δικαιολογημένη ζήτηση» σημαίνει ζήτηση που δεν υπερβαίνει τις ανάγκες θέρμανσης ή ψύξης και η οποία διαφορετικά θα ικανοποιείτο, σύμφωνα με τις συνθήκες της αγοράς, με διεργασίες παραγωγής ενέργειας διαφορετικές από τη συμπαραγωγή·

«ουσιαστική ανακαίνιση» σημαίνει την ανακαίνιση της οποίας το κόστος υπερβαίνει το 50 % του κόστους επένδυσης για νέα συγκρίσιμη μονάδα·

«παραγωγή συμπαραγωγής» σημαίνει το άθροισμα της ηλεκτρικής και μηχανικής ενέργειας και της χρήσιμης θερμότητας που παράγονται από συμπαραγωγή·

«ΡΑΕΚ» σημαίνει τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας Κύπρου και έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στον περί Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙

«συμπαραγωγή» σημαίνει την ταυτόχρονη παραγωγή χρήσιμης θερμικής και ηλεκτρικής ή/και μηχανικής ενέργειας στο πλαίσιο μιας μόνο διεργασίας·

«συμπληρωματική ηλεκτρική ενέργεια» [Διαγράφηκε]·

«συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης» σημαίνει συμπαραγωγή που ανταποκρίνεται στα κριτήρια του Παραρτήματος ΙΙΙ·

«συνολική απόδοση» σημαίνει το λόγο της ετήσιας ποσότητας παραγόμενης ηλεκτρικής και μηχανικής ενέργειας και παραγόμενης χρήσιμης θερμότητας προς τα καύσιμα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή θερμότητας στο πλαίσιο μιας διεργασίας συμπαραγωγής, καθώς και για την συνολική παραγωγή ηλεκτρικής και μηχανικής ενέργειας·

«συντελεστής δόμησης» σημαίνει το λόγο του εμβαδού του δαπέδου ενός κτιρίου προς το εμβαδό οικόπεδου σε ένα συγκεκριμένο έδαφος·

«τιμή αναφοράς της απόδοσης για χωριστή παραγωγή» σημαίνει την απόδοση της εναλλακτικής χωριστής παραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας την οποία αποσκοπεί να αντικαταστήσει η διεργασία συμπαραγωγής ·

«Υπουργείο» σημαίνει το Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού·

«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού·

«χρήσιμη θερμότητα» σημαίνει τη θερμότητα που παράγεται στο πλαίσιο μιας διεργασίας συμπαραγωγής προκειμένου να ικανοποιήσει μια οικονομικά δικαιολογημένη ζήτηση για θέρμανση ή ψύξη.

«σύστημα εγγύησης» σημαίνει το σύνολο των κανόνων και διαδικασιών που ορίζονται από τον παρόντα Νόμο, καθώς και από Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου , για την έκδοση των εγγυήσεων προέλευσης ηλεκτρικής ενέργειας από συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης·

«μηχανισμός διασφάλισης» [Διαγράφηκε]·

«φορέας εκμετάλλευσης εγκατάστασης» σημαίνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την λειτουργία και συντήρηση της εγκατάστασης·

«φορέας συγκέντρωσης» σημαίνει τον πάροχο υπηρεσιών στον τομέα της ζήτησης ο οποίος συνδυάζει πολλαπλά βραχείας διάρκειας φορτία καταναλωτών προς πώληση ή εκπλειστηριασμό σε οργανωμένες αγορές ενέργειας.

(2) ΄Οροι που χρησιμοποιούνται στον παρόντα Νόμο και δεν τυγχάνουν καθορισμού σ’ αυτόν έχουν την έννοια που αποδίδεται στους όρους αυτούς από τον περί Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμο καθώς και τον περί Προώθησης και Ενθάρρυνσης της Χρήσης Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και της Εξοικονόμησης Ενέργειας Νόμο.