Ερμηνεία

2. Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-

«αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα» ή «ΑΠΙ», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, περιλαμβανομένων και υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων που κατέχουν άδεια λειτουργίας από εποπτικές αρχές άλλων κρατών μελών, για τα οποία η Κεντρική Τράπεζα ενεργεί ως αρμόδια αρχή κράτους-μέλους υποδοχής·

«ανταλλακτήριο συναλλάγματος» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από την παράγραφο 3 της περί Ανταλλακτηρίων Συναλλάγματος Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου∙

«αρμόδιες εποπτικές αρχές» σημαίνει:

(α) την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου,

(β) την Επιτροπή Κεφαλαιογοράς Κύπρου,

(γ) τον Έφορο Ασφαλίσεων,

(δ) τον Έφορο Ιδρυμάτων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών∙

«ασφαλιστική επιχείρηση», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου∙

«γραφείο αντιπροσωπείας», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου∙

«Δημοκρατία», σημαίνει την Κυπριακή Δημοκρατία·

«διαμεσολαβητής», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου∙

«διαχειριστής οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων» ή «ΔΟΕΕ», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί των Διαχειριστών Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόμου∙

«διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου∙

«Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμου∙

«εκδότης», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί των Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές Αξίες προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά) Νόμου∙

«εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί των Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Νόμου∙

«εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου∙

«εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου∙

«εταιρεία παροχής διοικητικών υπηρεσιών», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί της Ρύθμισης των Επιχειρήσεων Παροχής Διοικητικών Υπηρεσιών και Συναφών Θεμάτων Νόμου∙

«Έφορος Ιδρυμάτων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ιδρυμάτων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμου∙

«θεματοφύλακας ΟΣΕΚΑ», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί των Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Νόμου∙

«θεματοφύλακας ΟΕΕ», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί των Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόμο∙

«ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών» ή «ΙΕΣΠ», έχει την έννοια που αποδίδεται στο όρο αυτό από τις διατάξεις του περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ιδρυμάτων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμου∙

«ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Ηλεκτρονικού Χρήματος Νόμου∙

«ίδρυμα πληρωμών», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί της Παροχής και Χρήσης Υπηρεσιών Πληρωμών και Πρόσβασης στα Συστήματα Πληρωμών Νόμου∙

«Κεντρική Τράπεζα», σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως αρμόδια αρχή για τη διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος·

«Κυπριακή Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών» ή «ΚΕΠΕΥ», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου∙

«Κυπριακός Οργανισμός Αναπτύξεως Γης», σημαίνει τον βάσει των διατάξεων του άρθρου 4 του περί Κυπριακού Οργανισμού Αναπτύξεως Γης Νόμου, Κυπριακό Οργανισμό Αναπτύξεως Γης∙

«μέτρα αναστολής», σημαίνει τα υπό του Υπουργικού Συμβουλίου αποφασιζόμενα μέτρα αναστολής δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4∙

«μη πιστωτικά ιδρύματα» και «μεσίτες πιστώσεων για σύναψη συμβάσεων πίστωσης για καταναλωτές σε σχέση με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία», έχουν την έννοια που αποδίδεται στους όρους αυτούς από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Συμβάσεων Πίστωσης για Καταναλωτές σε σχέση με Ακίνητα που προορίζονται για Κατοικία Νόμου∙

«Οδηγία», σημαίνει την κανονιστικού περιεχομένου οδηγία της αρμόδιας εποπτικής αρχής που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότησιν των διατάξεων του παρόντος Νόμου και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας·

«οργανισμός εναλλακτικών επενδύσεων» ή «ΟΕΕ», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί των Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόμου∙

«οργανισμός συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες» ή «ΟΣΕΚΑ», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί των Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Νόμου∙

«Υπουργός», σημαίνει τον Υπουργό Οικονομικών∙

«χρηματοδοτικό ίδρυμα», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου∙

«Χρηματοοικονομικός Οργανισμός», σημαίνει οποιονδήποτε από τους οργανισμούς που έχει συσταθεί στη Δημοκρατία και κατέχει άδεια λειτουργίας από αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία, καθώς και οποιονδήποτε άλλο οργανισμό κατέχει άδεια λειτουργίας από αρμόδια αρχή στη Δημοκρατία και ο οποίος υπόκειται σε εποπτεία από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές, δυνάμει των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, ήτοι:

(α) αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα (ΑΠΙ),

(β) ανταλλακτήριο συναλλάγματος,

(γ) ασφαλιστική επιχείρηση,

(δ) γραφείο αντιπροσωπείας,

(ε) διαμεσολαβητής,

(στ) διαχειριστής οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων,

(ζ) διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας,

(η) εκδότης

(θ) εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ,

(ι) εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων,

(ια) εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων,

(ιβ) εταιρείες παροχής διοικητικών υπηρεσιών,

(ιγ) θεματοφύλακας ΟΣΕΚΑ,

(ιδ) θεματοφύλακας ΟΕΕ,

(ιε) ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών,

(ιστ) ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος,

(ιζ) ίδρυμα πληρωμών,

(ιη) Κυπριακή Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών,

(ιθ) Κυπριακός Οργανισμός Αναπτύξεως Γης,

(κ) μη πιστωτικά ιδρύματα και μεσίτες πιστώσεων για σύναψη συμβάσεων πίστωσης για καταναλωτές σε σχέση με Ακίνητα που προορίζονται για Κατοικία,

(κα) οργανισμός εναλλακτικών επενδύσεων,

(κβ) οργανισμός συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες,

(κγ) χρηματοδοτικό ίδρυμα∙

«χρηματοοικονομικό σύστημα», σημαίνει τον τομέα της οικονομίας που αποτελείται από τους χρηματοοικονομικούς οργανισμούς, τις χρηματοοικονομικές αγορές και τις υποδομές των χρηματοοικονομικών αγορών.