ΜΕΡΟΣ ΙV ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Συμβουλευτική Επιτροπή

24.-(1) Ιδρύεται Συμβουλευτική Επιτροπή στην οποία συμμετέχουν:

(α) Ένας εκπρόσωπος της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ως πρόεδρος

(β) ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων

(γ) ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού

(δ) ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων, και

(ε) ένας εκπρόσωπος του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου.

(2) Ο κάθε φορέας που αναφέρεται στο εδάφιο (1) μπορεί να εκπροσωπείται σε κάθε συνεδρία της Συμβουλευτικής Επιτροπής από διαφορετικό εκπρόσωπο ο οποίος μπορεί να συνοδεύεται από ένα ή δύο συμβούλους.

(3) Σε κάθε συνεδρία της Συμβουλευτικής Επιτροπής, η παρουσία του Προέδρου και δύο μελών αποτελεί απαρτία.

(4) Οι συνεδρίες της Συμβουλευτικής Επιτροπής συγκαλούνται από τον Πρόεδρό της. Οποιοδήποτε μέλος μπορεί να ζητήσει έκτακτη συνεδρία αφού δηλώσει τους λόγους που την επιβάλλουν και το θέμα που πρέπει να συζητηθεί και τέτοια συνεδρία συγκαλείται από τον Πρόεδρο μέσα σε 14 ημέρες από την ημερομηνία που ζητήθηκε η σύγκλησή της.

(5) Ο Πρόεδρος της Συμβουλευτικής Επιτροπής μεριμνά ώστε για κάθε συνεδρία στην οποία θα συζητηθεί θέμα που αφορά συγκεκριμένη εγκατάσταση, καλούνται έγκαιρα για να συμμετάσχουν στη συνεδρία εκπρόσωπος του Επάρχου και εκπρόσωπος της αρχής τοπικής διοίκησης στην περιοχή της οποίας ασκεί τις εργασίες της η εγκατάσταση. Οι εκπρόσωποι έχουν δικαίωμα να εκφράσουν τις απόψεις τους κατά τη συνεδρία χωρίς, όμως, να έχουν δικαίωμα ψήφου.

(6) Η Συμβουλευτική Επιτροπή έχει αρμοδιότητα να συμβουλεύει την αρμόδια αρχή για τα θέματα που ορίζει ο παρών Νόμος.

(7) Ο Πρόεδρος της Συμβουλευτικής Επιτροπής μεριμνά για την έγκαιρη αποστολή των ειδοποιήσεων για συνεδρίες, ώστε να παραληφθούν από τα μέλη της επτά τουλάχιστον μέρες πριν από τη συνεδρία. Στην ειδοποίηση αναφέρονται λεπτομέρειες σχετικές με το κάθε θέμα που θα συζητηθεί και κάθε εργασία που θα διεξαχθεί.

Γνώμη κοινού

25. Κατά την άσκηση των εξουσιών της, η αρμόδια αρχή είναι υποχρεωμένη, πριν την χορήγηση οποιασδήποτε άδειας με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και πριν την έκδοση του Σχεδίου, να λαμβάνει υπόψη τις θέσεις, παρατηρήσεις και εισηγήσεις του κοινού.

Αρχιεπιθεωρητής και Επιθεωρητές

26.-(1) Για σκοπούς αποτελεσματικότερης εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών ή Διαταγμάτων που εκδίδονται δυνάμει αυτού, ο Υπουργός εξουσιοδοτεί λειτουργό του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος να ενεργεί ως Αρχιεπιθεωρητής και λειτουργούς του ίδιου Υπουργείου να ενεργούν ως επιθεωρητές.

(2) Ο Υπουργός, μετά από τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και του Υπουργού Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού δύναται να εξουσιοδοτεί λειτουργούς των υπουργείων αυτών ως επιθεωρητές για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος Νόμου.

(3) Τα ονόματα των λειτουργών που διορίζονται ως επιθεωρητές με βάση τα εδάφια (1) και (2), δημοσιεύονται με γνωστοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

(4) Χωρίς να επηρεάζονται οι διατάξεις των εδαφίων (1), (2) και (3), ο Υπουργός μπορεί με σχετικές γνωστοποιήσεις που δημοσιεύονται στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, να εξουσιοδοτεί γραπτώς οποιαδήποτε πρόσωπα που δεν υπηρετούν στη δημόσια υπηρεσία, τα οποία κρίνει ότι κατέχουν κατάλληλα προσόντα, να ασκούν τέτοιες από τις εξουσίες και τα καθήκοντα των Επιθεωρητών και να υπόκεινται σε τέτοιους όρους, όπως θα καθορίζεται στην εξουσιοδότηση.

(5) Οι Επιθεωρητές και τα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται με βάση το εδάφιο (4), ασκούν τα καθήκοντα τους υπό το συντονισμό του Αρχιεπιθεωρητή και η εξουσιοδότηση μπορεί να τερματίζεται σύμφωνα με τους όρους που διαλαμβάνονται σ΄ αυτή.

(6) Κάθε πρόσωπο που εξουσιοδοτείται με βάση το εδάφιο (4), μπορεί να λαμβάνει αμοιβή ανάλογη με τις υπηρεσίες που παρέχει, η οποία καθορίζεται από τον Υπουργό, με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών.

(7) Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οι Επιθεωρητές και τα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται με βάση το εδάφιο (4) οφείλουν -

(α) Να επιδεικνύουν δελτίο ταυτότητας που εκδίδει η αρμόδια αρχή, στο οποίο αναγράφεται η ιδιότητά τους και

(β) να ενεργούν μόνο στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων που καθορίζει ο Νόμος.

Καθήκοντα και εξουσίες Επιθεωρητών

27.-(1) Οι Επιθεωρητές πραγματοποιούν τακτικούς και έκτακτους ελέγχους των εγκαταστάσεων για να διαπιστώνεται κατά πόσο οι εργασίες εκτελούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(2) Κατά τη διενέργεια των πιο πάνω ελέγχων, ο Επιθεωρητής μπορεί -

(α) Να εισέρχεται σε οποιαδήποτε υποστατικά εγκαταστάσεων στα οποία διενεργείται ή υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι διενεργείται δραστηριότητα ή λαμβάνει χώρα διεργασία η οποία αποτελεί ή δυνατό να αποτελεί παράβαση οποιασδήποτε διάταξης του παρόντος Νόμου ή είσοδος στα υποστατικά μπορεί να γίνει ενόσω βρίσκεται σε εξέλιξη η δραστηριότητα ή η διεργασία ή σε οποιοδήποτε χρόνο

(β) να διενεργεί δοκιμές ή μετρήσεις τις οποίες κρίνει αναγκαίες στην εκτέλεση των καθηκόντων του

(γ) να επιθεωρεί, εξετάζει και ελέγχει τη λειτουργία οποιωνδήποτε κατασκευών, μηχανημάτων, συσκευών ή εξοπλισμού που βρίσκεται στα υποστατικά εγκατάστασης και να προβαίνει σε κινηματογραφήσεις ή φωτογραφίσεις εφόσον τις κρίνει αναγκαίες

(δ) να αξιώνει την παρουσίαση και να προβαίνει σε επιθεώρηση οποιωνδήποτε βιβλίων ή εγγράφων που αφορούν ή σχετίζονται με την εγκατάσταση και τα οποία θεωρεί ότι περιέχουν πληροφορίες χρήσιμες για σκοπούς διερεύνησης οποιουδήποτε θέματος που αφορά την εγκατάσταση

(ε) να παραλαμβάνει και μεταφέρει οποιοδήποτε αντικείμενο ή ουσία ή δείγμα ουσίας που κρίνει ότι είναι αναγκαίο για σκοπούς διερεύνησης αδικήματος ή για σκοπούς απόδειξης ενώπιον δικαστηρίου

(στ) να αξιώνει από το φορέα εκμετάλλευσης της εγκατάστασης ή τον κάτοχο των υποστατικών στα οποία ευρίσκεται η εγκατάσταση, ή από τους αντιπροσώπους ή εργοδοτουμένους τους που είναι παρόντες, όπως -

(i) του παράσχουν ασφαλή πρόσβαση σε οποιοδήποτε μέρος των υποστατικών

(ii) θέσουν στη διάθεσή του εύλογες διευκολύνσεις ή μέσα για τη διενέργεια δοκιμών, μετρήσεων, επιθεωρήσεων ή εξετάσεων που κρίνει αναγκαίες για σκοπούς ελέγχου ή για διερεύνηση πιθανού αδικήματος ή παράβασης όρου της άδειας

(iii) του παράσχουν οποιεσδήποτε πληροφορίες που δυνατό να κατέχουν ή στις οποίες δυνατό να έχουν πρόσβαση και τις οποίες θεωρεί χρήσιμες για το σκοπό έρευνας που διενεργεί

(ζ) να αξιώνει όπως τα υποστατικά ή οποιοδήποτε μέρος τους, ή οποιαδήποτε μηχανήματα, συσκευές, εξοπλισμός ή ουσίες που βρίσκονται σ΄ αυτά, παραμείνουν ως έχουν για όσο χρόνο θεωρεί εύλογα αναγκαίο για σκοπούς ελέγχου, δοκιμής, μέτρησης ή εξέτασης, νοουμένου ότι η συμμόρφωση με την αξίωση αυτή δεν συνεπάγεται τον τερματισμό ή τη διακοπή οποιασδήποτε ουσιώδους λειτουργίας της εγκατάστασης

(η) να αξιώνει από οποιοδήποτε πρόσωπο για το οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι είχε απασχοληθεί στα υποστατικά της εγκατάστασης ή είχε σχέση με οποιαδήποτε δραστηριότητα ή διεργασία σ΄ αυτά εντός της περιόδου των τελευταίων τριών μηνών, όπως του παράσχει οποιεσδήποτε πληροφορίες που δυνατό να κατέχει ή στις οποίες έχει πρόσβαση, εφόσον αυτές είναι σχετικές με το σκοπό της έρευνας που διενεργεί.

(3) Εάν ο Επιθεωρητής έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι οποιαδήποτε εγκατάσταση λειτουργεί ή πρόκειται να λειτουργήσει κατά τρόπο ο οποίος δεν είναι σύμφωνος με τους όρους της άδειας, τότε έχει εξουσία να επιδώσει στο φορέα εκμετάλλευσης ή, σε οποιοδήποτε πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τη λειτουργία ή επίβλεψη της εγκατάστασης, ειδοποίηση με την οποία -

(α) Αναφέρει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι δεν υπάρχει συμμόρφωση με τους όρους της άδειας

(β) δίνει οδηγίες για τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων

(γ) ορίζει χρονική περίοδο εντός της οποίας πρέπει να ληφθούν τα μέτρα και

(δ) αξιώνει όπως η λειτουργία της εγκατάστασης τερματιστεί μετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου εφόσον δεν ληφθούν τα μέτρα που όρισε.

(4) Εάν κατά την είσοδό του στα υποστατικά οποιασδήποτε εγκατάστασης για σκοπούς εκτέλεσης των καθηκόντων του, ο επιθεωρητής θεωρεί ότι είναι αναγκαία η παρουσία και άλλου προσώπου που θα τον υποβοηθήσει στο έργο του, τότε μπορεί να συνοδεύεται είτε από αστυνομικό είτε από άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από τον ίδιο ή τον Αρχιεπιθεωρητή και ο κάτοχος της άδειας ή ο αντιπρόσωπός του, οφείλει σε τέτοια περίπτωση να επιτρέψει την είσοδο στα υποστατικά και του εν λόγω προσώπου.

Ειδοποίηση βελτίωσης και απαγορευτική ειδοποίηση

28.-(1) Σε περίπτωση κατά την οποία ο Επιθεωρητής διαπιστώσει παραβίαση οποιουδήποτε όρου της άδειας, μπορεί να επιδώσει στον φορέα εκμετάλλευσης ειδοποίηση βελτίωσης η οποία -

(α) Θα αναφέρει ότι ο Επιθεωρητής διαπίστωσε παραβίαση όρου της άδειας,

(β) θα αναφέρει τον ή τους όρους της άδειας που έχουν παραβιαστεί, και

(γ) θα καθορίζει χρονική περίοδο, όχι μικρότερη από 21 ημέρες, μέσα στην οποία η παράβαση πρέπει να αρθεί.

(2) Σε περίπτωση που ο Επιθεωρητής διαπιστώσει ότι ο φορέας εκμετάλλευσης δεν έχει συμμορφωθεί με τα μέτρα που ορίζονται στην ειδοποίηση βελτίωσης εντός της καθοριζόμενης χρονικής περιόδου, μπορεί να επιδώσει στο φορέα εκμετάλλευσης ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την εγκατάσταση ή επιχείρηση, απαγορευτική ειδοποίηση.

(3) Η πιο πάνω απαγορευτική ειδοποίηση -

(α) Θα αναφέρει ότι ο Επιθεωρητής διαπίστωσε ότι ο φορέας εκμετάλλευσης δεν έχει συμμορφωθεί με τα μέτρα που ορίζονται στην ειδοποίηση βελτίωσης εντός της καθοριζόμενης χρονικής περιόδου,

(β) θα αναφέρει τους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψη του Επιθεωρητή, δεν πληρούνται οι όροι της άδειας,

(γ) μπορεί να περιέχει οδηγίες για συγκεκριμένα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για τήρηση των όρων, και

(δ) θα ορίζει xρονική περίοδο μετά την παρέλευση της οποίας η εγκατάσταση θα πρέπει να παύσει να λειτουργεί αν δεν τηρηθούν οι όροι της άδειας και αν δεν ληφθούν τα μέτρα για τα οποία έδωσε οδηγίες σύμφωνα με την παράγραφο (γ).

Αδικήματα και ποινές

29.- (1) Κάθε πρόσωπο το οποίο -

(α) Προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη ή παράληψη που σύμφωνα με το Νόμο ή οποιουσδήποτε κανονισμούς ή διατάγματα που εκδίδονται με βάση το Νόμο αποτελεί αδίκημα ή

(β) αρνείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί προς απαγόρευση ή υποχρέωση η οποία του επιβάλλεται από το Νόμο ή από οποιουσδήποτε κανονισμούς ή διατάγματα που εκδίδονται με βάση το Νόμο ή

(γ) αρνείται ή παραλείπει να τηρήσει οποιοδήποτε όρο άδειας η οποία του χορηγήθηκε με βάση το Νόμο,

είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες λίρες ή και στις δύο ποινές.

(2) Εάν κατά την εκδίκαση οποιουδήποτε από τα ανωτέρω αδικήματα, υπάρχει ισχυρισμός ότι η διάπραξή του έχει ή πρόκειται να έχει επιπτώσεις στο περιβάλλον, το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύει τη συνέχιση ή επανάληψη της πράξης ή παράλειψης μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης.

(3) Οι προϋποθέσεις εκδόσεως τέτοιου διατάγματος διέπονται, τηρουμένων των αναλογιών, από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και τους σχετικούς περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς.

(4) Το προσωρινό διάταγμα που αναφέρεται στο εδάφιο (1) μπορεί να εκδοθεί και μετά από μονομερή (ex parte) αίτηση κατ’ εφαρμογή, τηρουμένων των αναλογιών, του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Στην περίπτωση αυτή για σκοπούς καταχώρησης ενστάσεως ή για να καταδειχθεί εκ μέρους του αντιδίκου λόγος ώστε να παύσει το εκδοθέν διάταγμα να παραμένει σε ισχύ, η σχετική προθεσμία που δύναται να τεθεί από το Δικαστήριο δεν υπερβαίνει τις δεκατέσσερις ημέρες.

(5) Αν το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα δυνάμει του εδαφίου (1), δεν υπακούει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με αυτό, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.

(6) Εάν για τη διάπραξη οποιουδήποτε από τα πιο πάνω αδικήματα ευθύνεται οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο και αποδεικνύεται ότι το αδίκημα έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση, σύμπραξη ή ανοχή-

(α) Oποιουδήποτε από τα μέλη του διοικητικού ή διαχειριστικού συμβουλίου ή της επιτροπής που διαχειρίζεται τις υποθέσεις του εν λόγω νομικού προσώπου, ή

(β) του γενικού διευθυντή ή του διευθυντή ή του διευθύνοντος συμβούλου του νομικού προσώπου,

τότε η ποινική δίωξη για το αδίκημα μπορεί να στραφεί εναντίον του νομικού προσώπου και όλων ή οποιουδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα.

Κυρώσεις

30.-(1) Κάθε φορέας εκ΅ετάλλευσης που δεν παραδίδει έως τις 30 Απριλίου κάθε έτους επαρκή δικαιώ΅ατα για την κάλυψη των εκπο΅πών κατά τη διάρκεια του προηγού΅ενου έτους, υπόκειται στην καταβολή διοικητικού προστί΅ου για υπέρβαση εκπο΅πών. Το πρόστι΅ο ανέρχεται σε 60 Λ.Κ. για κάθε τόνο εκπο΅πών ισοδυνά΅ου διοξειδίου του άνθρακα από την εν λόγω εγκατάσταση, για τον οποίο ο φορέας δεν παρέδωσε δικαιώ΅ατα:

Νοείται ότι, η καταβολή του διοικητικού προστί΅ου δεν απαλλάσσει το φορέα από την υποχρέωση να παραδώσει, κατά την επιστροφή δικαιω΅άτων για το επό΅ενο η΅ερολογιακό έτος, δικαιώ΅ατα για ποσότητες εκπο΅πών ίσες ΅ε τις καθ' υπέρβαση εκπο΅πές.

(2) Το διοικητικό πρόστι΅ο για την τριετία που αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2005 ανέρχεται σε 25 Λ.Κ. για κάθε τόνο εκπο΅πών ισοδυνά΅ου διοξειδίου του άνθρακα από την εν λόγω εγκατάσταση, για τον οποίο ο φορέας δεν παρέδωσε δικαιώ΅ατα:

Νοείται ότι, η καταβολή του προστί΅ου δεν απαλλάσσει το φορέα από την υποχρέωση να παραδώσει, κατά την επιστροφή δικαιω΅άτων για το επό΅ενο η΅ερολογιακό έτος, δικαιώ΅ατα για ποσότητες εκπο΅πών ίσες ΅ε τις καθ' υπέρβαση εκπο΅πές.

(3) Εάν εγκατάσταση παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, η αρμόδια αρχή μπορεί αφού εξασφαλίσει σχετικό διάταγμα του δικαστηρίου, να προβεί στην προσωρινή διακοπή της λειτουργίας της έως ότου ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα. Η αρμόδια αρχή μπορεί, επίσης, να προβεί στην ανάκληση της χορηγηθείσας βάσει των άρθρων 8, 9, 10, ή 11 του παρόντος Νόμου άδειας, εάν η εγκατάσταση ή επιχείρηση παραλείπει να συμμορφωθεί προς τα υποδεικνυόμενα από την αρμόδια αρχή μέτρα ή εάν η λήψη αποτελεσματικών μέτρων είναι ανέφικτη.

(4) Η διαδικασία επιβολής των διοικητικών κυρώσεων που προβλέπονται στα προηγούμενα εδάφια του παρόντος άρθρου, αρχίζει με την κοινοποίηση στον παραβάτη σχετικής έκθεσης που συντάσσεται από την αρμόδια αρχή και έγγραφης κλήτευσης προς τον παραβάτη να υποβάλει τις απόψεις του εντός διαστήματος πέντε ημερών από την κοινοποίηση της κλήτευσης. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί, ύστερα από αίτηση του παραβάτη, για πέντε επιπλέον ημέρες.

(5) Το διοικητικό πρόστιμο που αναφέρεται στα εδάφια (1) και (2), εισπράττεται ως χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία.

Πρόσβαση σε πληροφορίες

31. Τα πιο κάτω έγγραφα τίθενται στη διάθεση του κοινού από την αρμόδια αρχή, σύμφωνα με τον περί της Πρόσβασης του Κοινού σε Πληροφορίες που είναι Σχετικές με το Περιβάλλον Νόμο:

(α) Αποφάσεις σχετικά με την κατανομή δικαιωμάτων,

(β) πληροφορίες σχετικά με δραστηριότητες έργων, στις οποίες συμμετέχει η Δημοκρατία ή εξουσιοδοτεί ιδιωτικό φορέα ή δημόσια αρχή να συμμετάσχει και

(γ) εκθέσεις για τις εκπομπές που απαιτούνται στο πλαίσιο της άδειας εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και οι οποίες φυλάσσονται από την αρμόδια αρχή.

Αρχείο

32.-(1) Η αρμόδια αρχή τηρεί αρχείο, στο οποίο καταχωρούνται λεπτομέρειες για θέματα που καθορίζονται στον παρόντα Νόμο περιλαμβανομένων και των θεμάτων που αφορούν-

(α) Τις αιτήσεις που έχουν υποβληθεί για χορήγηση άδειας εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, και

(β) τα αποτελέσματα των ελέγχων ή/ και μετρήσεων ή/ και υπολογισμών που διεξάγονται στις εγκαταστάσεις.

(2) Σε περίπτωση υποβολής αίτησης για χορήγηση άδειας εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, η αρμόδια αρχή μπορεί, τηρουμένων των διατάξεων του περί της Ελεύθερης Πρόσβασης του Κοινού σε Πληροφορίες που Σχετίζονται με Θέματα Περιβάλλοντος Νόμου του 2000, να επιτρέψει εξαίρεση από την καταχώρηση στο αρχείο οποιασδήποτε κατηγορίας πληροφοριών, η δημοσίευση της οποίας μπορεί κατά τη γνώμη του—

(α) Να βλάψει σε βαθμό πέραν του εύλογου μέτρου ιδιωτικό συμφέρον, με την αποκάλυψη πληροφοριών αναφορικά με εμπορικό μυστικό, ή

(β) να βλάψει το δημόσιο συμφέρον.

(3) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του περί της Ελεύθερης Πρόσβασης του Κοινού σε Πληροφορίες που Σχετίζονται με Θέματα Περιβάλλοντος Νόμου του 2000, κάθε πρόσωπο δικαιούται έπειτα από αίτηση, να λαμβάνει αντίγραφο καταχώρησης του Αρχείου, έναντι καταβολής τέλους που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή.

Τέλη

33.-(1) Η αρμόδια αρχή μπορεί -

(α) Να επιβάλλει τέλος που κρίνει επαρκές για την κάλυψη των εξόδων που συνεπάγεται η εξέταση της αίτησης για χορήγηση άδειας και

(β) για όσο χρονικό διάστημα παραμένει σε ισχύ η άδεια, να επιβάλλει ετήσιο τέλος για την κάλυψη των εξόδων της συνήθους παρακολούθησης και διεξαγωγής μετρήσεων ή/ και υπολογισμών των εκπομπών.

(2) Σε περίπτωση που ο φορέας εκμετάλλευσης εγκατάστασης που εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος Νόμου εγκαθιστά εξοπλισμό μέτρησης ή και καταγραφής οποιασδήποτε ουσίας ή παραμέτρου στις εκπομπές, είτε οικειοθελώς είτε σύμφωνα με όρο της άδειας, η αρμόδια αρχή μπορεί να επιστρέψει μέρος του ανωτέρω ετήσιου τέλους το οποίο θεωρεί εύλογο.

(3) Το ύψος των τελών που αναφέρονται στο εδάφιο (1) μπορεί να διαφέρει κατά περίπτωση.