ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΟΙ ΕΙΣ ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΑ ΦΑΡΜΑΚΑ Κ.Λ.Π.
Περιορισμός εισαγωγής και εξαγωγής ελεγχομένων φαρμάκων

4.-(1) Υπό την επιφύλαξιν του εδαφίου (2) κατωτέρω:

(α) η εισαγωγή ελεγχομένου φαρμάκου˙ και

(β) η εξαγωγή ελεγχομένου φαρμάκου,

δια του παρόντος απαγορεύεται.

(2) Το εδάφιον (1) ανωτέρω δεν εφαρμόζεται:

(α) επί της εισαγωγής ή εξαγωγής ελεγχομένου φαρμάκου όπερ εκάστοτε εξαιρείται της παραγράφου (α) ή, ως ήθελεν είναι η περίπτωσις, της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) ανωτέρω, διά Κανονισμών εκδιδομένων δυνάμει του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου˙ ή

(β) επί της εισαγωγής ή εξαγωγής ελεγχομένου φαρμάκου δυνάμει και συμφώνως τοις όροις αδείας τινός εκδοθείσης υπό του Υπουργού (και εν συμμορφώσει προς οιουσδήποτε εν αυτή τιθεμένους όρους).

Περιορισμός παραγωγής κλπ. ελεγχόμενων φαρμάκων

5.-(1) Τηρουμένων οποιωνδήποτε Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου, δε θα είναι νόμιμο για οποιοδήποτε πρόσωπο-

(α) Να παράγει, κατασκευάζει, παρασκευάζει ή εκχυλίζει ελεγχόμενο φάρμακο˙ ή

(β) να προμηθεύει, προσφέρει, προσφέρεται να προμηθεύει, προσφέρει προς πώληση, διανέμει, πουλεί ή παραδίδει υπό οποιουσδήποτε όρους ελεγχόμενο φάρμακο ή ενεργεί ως μεσάζον για την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου σε άλλο πρόσωπο.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 32 αποτελεί αδίκημα για οποιοδήποτε πρόσωπο-

(α) Να προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη ή ενέργεια κατά παράβαση του εδαφίου (1)˙

(β) να ενέχεται σε οποιαδήποτε πράξη ή ενέργεια άλλου προσώπου κατά παράβαση του εν λόγω εδαφίου.

Πρόδρομες Ουσίες

5Α.-(1) Ο Υπουργός ορίζεται ως αρμόδια αρχή για την εφαρμογή των διατάξεων του Κοινοτικού Κανονισμού.

(2) Ο Υπουργός δύναται με Διάταγμα, το οποίο δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, να καθορίζει τα τέλη που αναφέρονται στην παράγραφο (7) του άρθρου 3 του Κοινοτικού Κανονισμού.

(3) Κάθε πρόσωπο, το οποίο παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τα άρθρα 3, 4, 5, 7 ή 8 του Κοινοτικού Κανονισμού, διαπράττει αδίκημα και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες ή και τις δύο αυτές ποινές και το δικαστήριο μπορεί, επίσης, να διατάξει τη δήμευση οποιασδήποτε ουσίας, σε σχέση με την οποία διαπράχθηκε το αδίκημα αυτό.

(3Α)  Πρόσωπο που κατέχει διαβαθμισμένες ουσίες, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 2 του Κοινοτικού Κανονισμού και εκτός των πλαισίων που θέτουν τα άρθρα 3 έως 8 αυτού, διαπράττει αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο ποινές και το δικαστήριο μπορεί επίσης να διατάξει τη δήμευση οποιασδήποτε ουσίας σε σχέση με την οποία διαπράχθηκε το αδίκημα αυτό.

(4) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, <Κοινοτικός Κανονισμός> σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 273/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Φεβρουαρίου 2004 περί προδρόμων ουσιών των ναρκωτικών, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται.

Περιορισμός κατοχής ελεγχομένων φαρμάκων

6.-(1) Τηρουμένων οιωνδήποτε δυνάμει του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου εκάστοτε εν ισχύι κανονισμών, δεν είναι νόμιμον δι’ οιονδήποτε πρόσωπον να προμηθεύεται ή να έχη ελεγχόμενον φάρμακον εν τη κατοχή αυτού.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 32 του παρόντος Νόμου και του εδαφίου (4) κατωτέρω, αποτελεί αδίκημα δι’ οιονδήποτε πρόσωπον να αγοράζει ή προμηθεύεται ή να έχη εν τη κατοχή αυτού ελεγχόμενον φάρμακον κατά παράβασιν του εδαφίου (1) ανωτέρω.

(3) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 32 του παρόντος Νόμου, αποτελεί αδίκημα δι’ οιονδήποτε πρόσωπον να αγοράζει ή προμηθεύεται ή να έχη εν τη κατοχή αυτού ελεγχόμενον φάρμακον νομίμως ή μη προς τον σκοπόν όπως προμηθεύση τούτο εις έτερον πρόσωπον κατά παράβασιν του άρθρου 5(1) του παρόντος Νόμου.

(4) Εν οιαδήποτε διαδικασία δι’ αδίκημα τι κατά παράβασιν του εδαφίου (2) ανωτέρω εν τη οποία αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος αγόρασε ή προμηθεύτηκε ή είχεν εν τη κατοχή αυτού ελεγχόμενον φάρμακον, θα αποτελή υπεράσπισιν η απόδειξις-

(α) ότι γνωρίζων ή υποπτευόμενος ότι πρόκειται περί ελεγχομένου φαρμάκου αγόρασε ή προμηθεύτηκε ή έθεσε τούτο υπό την κατοχήν του ίνα παρεμποδίσει έτερον πρόσωπον από του να διαπράξη ή συνεχίση διαπράττον αδίκημα εν σχέσει με το εν λόγω φάρμακον, και ότι το ταχύτερον δυνατόν μετά την αγορά ή προμήθεια ή ανάληψιν κατοχής τούτο έλαβεν άπαντα τα μέτρα άτινα ευλόγως ηδύνατο να λάβη ίνα καταστρέψη το φάρμακον ή να παραδώση τούτο προς φύλαξιν εις πρόσωπον νομίμως δικαιούμενον να φυλάττη τούτο˙ ή

(β) ότι γνωρίζων ή υποπτευόμενος ότι πρόκειται περί ελεγχομένου φαρμάκου αγόρασε ή προμηθεύτηκε ή έθεσε τούτο υπό την κατοχήν του ίνα παραδώση τούτο προς φύλαξιν εις πρόσωπον νομίμως δικαιούμενον να φυλάττη τούτο, και ότι το ταχύτερον δυνατόν μετά την αγορά ή προμήθεια ή ανάληψιν κατοχής τούτου έλαβεν άπαντα τα μέτρα άτινα ούτος ευλόγως ηδύνατο να λάβη ίνα παραδώση τούτο προς φύλαξιν υπό του εν λόγω προσώπου.

(5) Το εδάφιον (4) ανωτέρω θα εφαρμόζηται εν περιπτώσει διαδικασίας δι’ αδίκημα δυνάμει του άρθρου 25 του παρόντος Νόμου συνισταμένου εις απόπειραν διαπράξεως αδικήματος δυνάμει του εδαφίου (2) ανωτέρω ως τούτο εφαρμόζεται εν τη περιπτώσει διαδικασίας δι’ αδίκημα δυνάμει του εδαφίου (2), υπό την επιφύλαξιν των ακολούθων μετατροπών, ήτοι:

(α) αναφορά είς το ότι ο κατηγορούμενος είχεν εν τη κατοχή του ή έθεσεν υπό την κατοχήν αυτού ελεγχόμενον φάρμακον, θα αντικαθίσταται αντιστοίχως υπό αναφοράς εις το ότι ούτος απεπειράθη να έχη, και απεπειράθη να θέση, υπό την κατοχήν αυτού τοιούτον φάρμακον˙ και

(β)   εν ταις παραγράφοις (α) και (β) αι λέξεις από “και ότι το ταχύτερον δυνατόν” μέχρι του τέλους τούτων θέλουσι διαγραφή.

(6) Ουδέν των εν τω εδαφίω (4) ή (5) ανωτέρω διαλαμβανομένων θέλει επηρεάσει οιανδήποτε  υπεράσπισιν ην δύναται να εγείρη, ανερξαρτήτως των εν λόγω εδαφίων, πρόσωπον τι κατηγορούμενον δι’ αδίκημα δυνάμει του παρόντος άρθρου.

Απαγόρευσις καλλιεργείας Καννάβεως και Μήκωνος της υπνοφόρου

7.-(1) Τηρουμένων οιωνδήποτε δυνάμει του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου εκάστοτε εν ισχύϊ κανονισμών, δεν είναι νόμιμον δι’ οιονδήποτε πρόσωπον να καλλιεργή, ή να εισάγει -

(α) οιονδήποτε φυτόν του γένους Κάνναβις (Cannabis) ή

(β) οιονδήποτε φυτόν του είδους Μήκων η υπνοφόρος (Papaver somniferum L)

(γ) οποιοδήποτε φυτό του γένους ερυθρόξυλο (erythroxylum coca).

(2) Tηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 32 του παρόντος Νόμου, αποτελεί αδίκημα η καλλιέργεια ή η  εισαγωγή ή η φύτευση οιωνδήποτε τοιούτων φυτών κατά παράβασιν του εδαφίου (1) ανωτέρω.

(3) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται τηρουμένων των διατάξεων του περί Παραγωγής και Εμπορίας της Βιομηχανικής Κάνναβης Νόμου του 2016.

Απαγόρευση πώλησης σπόρων καννάβεως

7Α.-(1) Τηρουμένων οποιωνδήποτε κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου, δεν είναι νόμιμο για οποιοδήποτε πρόσωπο να προμηθεύει, προσφέρει προς πώληση, ή πωλεί σε άλλο πρόσωπο σπόρους οποιουδήποτε φυτού του γένους Κάνναβις (Cannabis), εν γνώσει του ότι το πρόσωπο αυτό προτίθεται να καλλιεργήσει παράνομα οποιοδήποτε φυτό του γένους Κάνναβις (Cannabis), καθώς επίσης να εισάγει σπόρους κάνναβης στη Δημοκρατία.

(2) Αποτελεί αδίκημα για οποιοδήποτε πρόσωπο-

(α) Να προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη ή ενέργεια κατά παράβαση του εδαφίου (1)˙

(β) να ενέχεται σε οποιαδήποτε πράξη ή ενέργεια άλλου προσώπου κατά παράβαση του εν λόγω εδαφίου.

(3) Κάθε πρόσωπο το οποίο παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος άρθρου είναι ένοχο αδικήματος τιμωρουμένου με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα οκτώ χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο ποινές.

(4) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται τηρουμένων των διατάξεων του περί Παραγωγής και Εμπορίας της Βιομηχανικής Κάνναβης Νόμου του 2016.

Εξουσιοδότησις πράξεων άλλως παρανόμων δυνάμει των προηγουμένων διατάξεων

8.-(1) Το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται διά κανονισμών-

(α) να εξαιρή των άρθρων 4(1) (α) ή (β), 5(1) (α) ή (β) ή 6(1) του παρόντος Νόμου τοιαύτα ελεγχόμενα φάρμακα οία ήθελον καθορισθή εν τοις κανονισμοίς˙ και

(β) να καθιστά νομίμους πράξεις διενεργουμένας υπό προσώπων τινών, αίτινες δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 5(1), 6(1), 7(1) και 7Α θα ήσαν άλλως παράνομοι.

(2) Άνευ επηρεασμού της γενικότητος της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) ανωτέρω, κανονισμοί εκδιδόμενοι δυνάμει του εν λόγω εδαφίου δι’ ων παρέχεται εξουσιοδότησις διά την διενέργειαν οιασδήποτε τοιαύτης πράξεως δύνανται ειδικώτερον να προνοώσιν όπως καθίσταται νόμιμος οιαδήποτε πράξις-

(α) γενομένη δυνάμει και συμφώνως προς τους όρους αδείας ή εξουσιοδοτήσεως εκδιδομένης υπό του Υπουργού˙ ή

(β) γενομένη συμφώνως προς τοιούτους όρους οίοι ήθελον καθορισθή.

(2Α) Κανονισμοί εκδιδόμενοι δυνάμει του εδαφίου (1) δύναται να-

(α) Ρυθμίζουν τη διαδικασία υποβολής, αξιολόγησης και εξέτασης αιτήσεων για έκδοση αδειών, καθώς και τη σύσταση Επιτροπών για το σκοπό αυτό˙

(β) καθορίζουν τα τέλη που καταβάλλονται για σκοπούς αδειοδότησης.

(3) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (4) κατωτέρω το Υπουργικόν Συμβούλιον ασκεί τας εξουσίας αυτού προς έκδοσιν κανονισμών δυνάμει του εδαφίου (1) ανωτέρω, κατά τοιούτον τρόπον ώστε να διασφαλίζηται-

(α) ότι δεν είναι παράνομον δυνάμει του άρθρου 5(1) του παρόντος Νόμου δι’ οιονδήποτε ιατρόν, οδοντίατρον ή κτηνίατρον ενεργούντα υπό την ιδιότητα του ταύτην να αναγράφη συνταγήν, χορηγή, κατασκευάζη, παρασκευάζη ή προμηθεύη ελεγχόμενα φάρμακα ή δι’ οιονδήποτε φαρμακοποιόν ή οιονδήποτε εξουσιοδοτημένον  πωλητήν δηλητηρίων, ενεργούντα εν εκατέρα περιπτώσει υπό την ιδιότητα του ταύτην να κατασκευάζη, παρασκευάζη ή προμηθεύη ελεγχόμενα φάρμακα˙ και

(β) ότι δεν είναι παράνομον δυνάμει του άρθρου 6(1) του παρόντος Νόμου δι’ οιονδήποτε ιατρόν, οδοντίατρον, κτηνίατρον, φαρμακοποιόν ή εξουσιοδοτημένον πωλητήν δηλητηρίων να έχη ελεγχόμενον φάρμακον εν τη κατοχή αυτού διά τους σκοπούς του επαγγέλματος του.

(4) Εάν εν τη περιπτώσει οιουδήποτε ελεγχομένου φαρμάκου, το Υπουργικόν Συμβούλιον είναι της γνώμης ότι είναι προς το δημόσιον συμφέρον-

(α) όπως η παραγωγή, προμήθεια και κατοχή του εν λόγω φαρμάκου κηρυχθή εντελώς παράνομος ή παράνομος πλήν διά σκοπούς ερεύνης ή ετέρους ειδικούς σκοπούς˙ ή

(β) όπως καταστή παράνομον δι’ οιονδήποτε ιατρόν, οδοντίατρον, κτηνίατρον, φαρμακοποιόν ή εξουσιοδοτημένον πωλητήν δηλητηρίων να προβαίνη εις ενεργείας εν σχέσει προς το εν λόγω φάρμακον εκ των εν τω εδαφίω (3) ανωτέρω αναφερομένων πλην δυνάμει αδείας ή ετέρας εξουσιοδοτήσεως εκδιδόμενης υπό του Υπουργού,

τούτο δύναται διά Διατάγματος δημοσιευομένου εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας να ορίση το εν λόγω φάρμακον ως φάρμακον διά το οποίον εφαρμόζεται το παρόν εδάφιον και εφ’ όσον τελεί εν ισχύϊ διάταγμα δυνάμει του παρόντος εδαφίου ορίζον ελεγχόμενον φάρμακον ως φάρμακον διά το οποίον το παρόν εδάφιον εφαρμόζεται, το εδάφιον (3) ανωτέρω δεν θα εφαρμόζηται εν σχέσει προς το ρηθέν φάρμακον.

(5) Οιονδήποτε Διάταγμα δυνάμει του εδαφίου (4) ανωτέρω δύναται να τροποποιηθή ή ανακληθή διά μεταγενεστέρου διατάγματος δυνάμει του αυτού εδαφίου.

(6) Αναφορά εν τω παρόντι άρθρω εις την υπό τινός προσώπου διενέργειαν πράξεως τινος περιλαμβάνει ωσαύτως αναφοράν εις κατοχήν πραγμάτων υπ’ αυτού.